αἰσθητής

αἰσθ-ητής, οῦ, ,
A one who perceives, Pl.Tht.160d.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αἰσθητής — one who perceives masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αισθητής — ο (Α αἰσθητής) 1. (στον Πλάτωνα) αυτός που αισθάνεται, που νιώθει ή καταλαβαίνει κάτι 2. (στον Καβάφη) η λ. σημαίνει άνθρωπος με καλλιτεχνική ευαισθησία, εραστής τού ωραίου («Κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων») 3. στη Νεοελληνική η λέξη …   Dictionary of Greek

  • αἰσθητῆς — αἰσθητός sensible fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσθηταῖς — αἰσθητής one who perceives masc dat pl αἰσθητός sensible fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσθηταί — αἰσθητής one who perceives masc nom/voc pl αἰσθητός sensible fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσθητοῦ — αἰσθητής one who perceives masc gen sg αἰσθητός sensible masc/neut gen sg αἰσθητός sensible masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσθητῇ — αἰσθητής one who perceives masc dat sg (attic epic ionic) αἰσθητός sensible fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσθητήν — αἰσθητής one who perceives masc acc sg (attic epic ionic) αἰσθητός sensible fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσθητῶν — αἰσθητής one who perceives masc gen pl αἰσθητός sensible fem gen pl αἰσθητός sensible masc/neut gen pl αἰσθητός sensible masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσθητά — αἰσθητά̱ , αἰσθητής one who perceives masc nom/voc/acc dual αἰσθητής one who perceives masc voc sg αἰσθητής one who perceives masc nom sg (epic) αἰσθητός sensible neut nom/voc/acc pl αἰσθητά̱ , αἰσθητός sensible fem nom/voc/acc dual αἰσθητά̱ ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσθητάς — αἰσθητά̱ς , αἰσθητής one who perceives masc acc pl αἰσθητά̱ς , αἰσθητής one who perceives masc nom sg (epic doric aeolic) αἰσθητά̱ς , αἰσθητός sensible fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.